ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ:   ΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΑΡΘΡΑ Μικρό Οδοιπορικό στις Μάντες

Μικρό Οδοιπορικό στις Μάντες

Αξιολόγηση Χρήστη: / 2
ΧείριστοΆριστο 

 

Ένα πανέμορφο ανοιξιάτικο Κρίκελλο

Μικρό οδοιπορικό στις Μάντες

 

Οι βροχερές μέρες που ακολούθησαν το Χειμώνα σχεδόν σε όλη την Άνοιξη είχαν ως αποτέλεσμα φέτος στο Κρίκελλο να αργήσουν όλοι να σπείρουν τα κήπια τους. Μάλιστα κάποιοι που τόλμησαν να σπείρουν πρώϊμα βρέθηκαν στη δυσάρεστη θέση να ξανασπέρνουν τον Ιούνιο αφού τα πρώτα φασόλια τους σάπισαν.

Αυτές τις μέρες στα μέσα Ιουνίου έτσι σαν ένα διάλλειμα περπάτησα προς τις Μάντες και τις Λάκκες για λίγη ώρα. Δυστυχώς η έλλειψη κοπαδιών στο χωριό είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να κλείσουν οι στράτες. Έμεινε σχεδόν ανοιχτή μόνο η μεγάλη στράτα που κατεβαίνει απ’ τον Αη Δημήτρη και φτάνει στο εικόνισμα πάνω απ τις Μάντες.

Το εικόνισμα αυτό το έχτισε η θειά μου η Αντριγούλα Νικολάου Μαργαρίτη που ήταν αδερφή του πατέρα μου. Δεν θυμάμαι σε ποιόν Άγιο είναι αφιερωμένο αλλά θυμάμαι τον πατέρα μου να προσπαθεί πάντα να ανάβει το καντηλάκι του έτσι ως ένα κεράκι στην αδερφή του. Από το εικόνισμα στη διχάλα των δρόμων ακολούθησα εκείνον αριστερά που κατεβαίνει στις Ακμπίστρες και φτάνει στη Ζερβούσα που με τη σειρά της ενισχύει τον Κρικελλοπόταμο 2-3 χιλιόμετρα παρακάτω. Κατεβαίνοντας το δρόμο αυτόν που επαναλαμβάνω είναι ακόμα ανοιχτός και νοιώθεις πολλά πόδια ζώων να ανεβοκατεβαίνουν καθημερινά χωρίς κάν να φαίνονται πιά, έστριψα αριστερά και μέσα από το χωράφι του παπαΛευτέρη και δρομίσκους κάτω απ τις κρανιές, που μάλλον τα πρόβατα τα Τσακαλέϊκα κρατάνε ακόμα ανοιχτούς, έφτασα τελικά στη γούρνα δίπλα και πάνω απ το χωράφι του Συγγούνη του Θανάση του μακαρίτη.

Στην πηγή αυτή γεμίζαμε τα παγούρια μας όταν πηγαίναμε με τις γίδες να τις βοσκήσουμε στις Μάντες.Ήθελα να πιώ μια γουλιά έστω να κρατήσει τη μνήμη μου γεμάτη από τη νεανική μου ζωή στα μέρη αυτά τα πανέμορφα. Κατηφόρισα, όχι απ το μονοπάτι δίπλα στο αυλάκι της γούρνας αλλά μέσα απ το χωράφι του Συγγούνη και έφτασα κάτω στη λάκκα όπου το καλυβόσπιτο του Μαστραπά έγινε ένας σωρός πέτρες και ξύλα. Το είχα φωτογραφίσει αυτό το σπιτάκι και με χιόνια φορτωμένο και σε μήνες καλοκαιρινούς. Λυπήθηκα πολύ που το είδα πεσμένο και συνέχισα στρίβοντας προς τις Μάντες, αφού εκεί πλέον ήμουν α στις Λάκκες.

Είδα με χαρά μου στη συνέχεια καθαρισμένο το αυλάκι με κομμένα χαμηλά τα χόρτα και το ακολούθησα έως τον κήπο ενός εκ των τελευταίων εργατών της γης στο Κρίκελλο, του Βαγγέλη του Πανάρα. Ο Βαγγέλης με τη γυναίκα του και τον γιό του το Γιώργο μάλλον είχαν καθαρίσει το αυλάκι να ποτίσουν τις λίγες φασολιές και τις πατάτες που φύτεψαν εκεί κάτω. Ήταν ένα αποτέλεσμα ανθρώπινης παρουσίας πολύ απαραίτητο στο οδοιπορικό μου που έβλεπα τα χωράφια να γίνονται ζούγκλα, τις κερασιές όλες νάχουν ξεραθεί. Η απουσία των ανθρώπων είχε ως αποτέλεσμα όλα να γίνουν δάσος.

Όμως μπροστά μου, γύρω μου και μέσα πλέον είχα το αποτέλεσμα της βιοποικιλότητας έντονο. Οι μυρωδιές από χιλιάδες λουλουδάκια ανάμεικτες έρχονται στη μύτη και ανεβάζουν την αξία της ζωής. Ο ιδρώτας μου την ώρα αυτή φαίνεται να μυρίζει κι εκείνος όμορφα. Και περνώντας κάθετα το δρόμο στις Ακμπίστρες φτάνω στις Μάντες και στο χωράφι που έβοσκα γελάδες και γίδες έως τα δέκα μου χρόνια. Ένα τεράστιο κόκκαλο, ότι έμεινε από κάποια αδέσποτη γελάδα κάνει το λιβάδι πιο άγριο αλλά παρόλα αυτά πολύ πιο ήμερο και ήρεμο απ’ το περιβάλλον μιας πόλης. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και κοντά σ’ αυτήν και μέσα σ’ αυτήν πρέπει να ζεί.

Εκεί στις Μάντες περίμενα να βρω λίγα κεράσια, όχι να χορτάσω αλλά να γευτώ εκείνη τη γεύση που θα με φέρει πίσω στα δέκα μου χρόνια. Τότε που μετά το σχολείο άφηνα τη σάκα μου στο σπίτι και σαν σφαίρα έφευγα να πάω στις Μάντες όπου η μάνα μου είχε τα ζώα μας και έκανε τις δουλειές που το κρατούσαν ζωντανό. Τότε που έβρισκα μια μπουκάλα γάλα βουλωμένη με ρούμπαλο από καλαμπόκι, την οποία και άδειαζα με τη μία. Τη γεύση της δεν την ξεχνάω ποτέ. Βρήκα λοιπόν πολύ λίγα κεράσια και ανώριμα ακόμα. Έβαλα στο στόμα μου δυό τρία και πήρα την άλλη πλευρά του μονοπατιού προς το εικόνισμα και την επιστροφή.

Η μεγάλη καστανιά στο σύρραχο πάνω απ’ το χωράφι του Μάμαλη είναι πλέον ένα άψυχο γλυπτό με φόντο τον συννεφιασμένο ουρανό. Μου θυμίζει κι εκείνη ότι εμείς οι άνθρωποι την αφήσαμε μόνη και δεν το άντεξε. Γιατί έως εκεί έφτανε ο μεσαίος ποτιστής και είχε μάθει η καημένη να ποτίζεται.

Η δυσκολία της ανηφόρας τελειώνει πάντα στον Αη Δημήτρη όπου είναι δίκαιο να κάνεις το σταυρό σου ευχαριστώντας τον Άγιο και το Θεό που ακόμα για μια φορά μπόρεσες να περπατήσεις εκεί που γεννήθηκες και μεγάλωσες. Εκεί που αγάπησες τη φύση την πανέμορφη. Εκεί που βόσκισες τα ζωντανά σου, που μάζεψες τριφύλλι και χορτάρι, που έμαθες πως είναι τα φίδια, οι χελώνες, εκεί που έψαχνες για φωλιές πουλιών, εκεί που η γιαγιά σου ως η άλλη μεγάλη μάνα σου σε μάθαινε τα μυστικά της φύσης.

Αυτό είναι το Κρίκελλό μας. Γι αυτό παλεύουμε να μείνει αυθεντικό και όμορφο. Έτσι όπως το γέννησε η μάνα φύση και το διαμόρφωσαν με σεβασμό οι στρατοκόποι πρόγονοί μας.

Ευθύμιος Ξ. Φλώρος

Τελευταία Ενημέρωση στις 26 Σεπ 2014